Αρχική > Βιβλία > Άσπρο πουκάμισο και κόκκινα παπούτσια. > Αποσπάσματα από το "Άσπρο πουκάμισο και κόκκινα παπούτσια"
Ο Βασίλης περπατούσε σχετικά αργά, στην Πλατεία του Αγίου Θωμά, κουτσαίνοντας λίγο, προς την κεντρική πύλη του Λαικού. Πολύ νωρίς το πρωί. Δεν ήταν , εδώ και αρκετό καιρό στα καλά του. Κι όχι πια επειδή τον πονούσε το δεξί του πόδι, ψηλά, στο ισχίο και αναγκαζόταν να περπατά «κρατώντας» το. Αισθανόταν μια γενική δυσφορία. Είχε μια επίμονη ζαλάδα. Όλο το τελευταίο τρίμηνο.

«Τα παίρνεις τα φάρμακα της πίεσης; Γιατί έχεις καιρό να μου ζητήσεις καινούργια» του είχε πει ένα πρωί ο φίλος του ο φαρμακοποιός».

Τι να του πει; Ότι είχε ένα μήνα να τα πάρει; Κι όλο έλεγε «αύριο» και «αύριο»; Και η αναπνοή του... βασανιστική και επώδυνη μερικές φορές. Πονούσε μέχρι το μυαλό του. Κυρίως το μυαλό του... αχ το μυαλό του.

Γεμάτο σκέψεις, αντιστρόφως ανάλογα με την τσέπη του. Κακές σκέψεις. Τίποτε δεν πήγαινε καλά. Κι όταν λέμε τίποτε, εννοούμε ΤΙ-ΠΟ-ΤΕ. Έπρεπε κάτι να γίνει. Έπρεπε κάτι να κάνει. Ένοιωθε συνεχώς άγχος και αγωνία. Δεν τον «έπαιρνε» άλλο. Και πού να στραφεί; Όπου και να στρεφόταν, όλοι είχαν τα «δικά τους» τα προβλήματα. Όλοι ...χρωστούσαν. Κανείς «δεν ήξερε». Κανείς δεν έλπιζε σε τίποτα. Κάποιοι είχαν ελπίσει σε κάποιους. Φαινομενικά, ατύχησαν κι αυτοί.

Είχε εδώ και εβδομάδες ολόκληρες κι αυτόν τον επίμονο, οξύ πονοκέφαλο... μια πονοκέφαλο, μια ζαλάδα, μια το πόδι του, μια οι αγωνίες του.... μια ο φαρμακοποιός για το φάρμακο της πίεσης...

Ο πρωινός, ζεστός κόσμος έξω από την εκκλησία του Αγίου Θωμά, άρχισε ξαφνικά να γυρίζει μπροστά στα μάτια του που «κοίταζαν» από μόνα τους πάνω-κάτω και δεξιά-αριστερά , άρχισε ν ακούει ξαφνικά δυνατούς ήχους και απροσδιόριστες μουσικές , ένοιωσε μια έντονη μυρωδιά δέντρων και δάσους, το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει απ΄ τον πόνο και μετά.... κάνοντας μόνο ένα απλό «αχ» λύγισε. Όλα έσβησαν. Έπεφτε. Μια φευγαλέα εικόνα πέρασε απ΄ τα θολωμένα μάτια του. Ήταν η Ισμήνη. Τον φώναζε. Και βυθίστηκε σ΄ ένα απόλυτο τίποτα. Ο θάνατος μόνο θα μπορούσε να είναι έτσι.



Είχε πολύ σκοτισμένο κεφάλι η Μάρα. Όπως ήξερε ότι είχε και ο Βασίλης. Ο άντρας της. Που ένοιωθε καθαρά ότι όλο και ξεμάκραινε απ΄ αυτήν και τη ζωή τους αλλά τι να του πει;

Ήξερε καλά ότι δεν ήταν οι μόνοι που υπέφεραν από απομόνωση, από κατάθλιψη που δεν το ήξεραν ότι έπασχαν, από έλλειψη κατεύθυνσης, προορισμού και στόχου. Που δυστυχούσαν χωρίς να ξέρουν γιατί. Υπήρχαν παντού. Και στην οικογένειά της και στη Βάρκιζα και στην Αθήνα και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Και μιλούσαν όλοι για τις εκλογές, που θάρχονταν, αργά ή γρήγορα γιατί τα όνειρα, οι ελπίδες και οι προσδοκίες είχαν αλλάξει κατεύθυνση.

Γιατί είχε φύγει τόσο νωρίς ο Βασίλης; Εντάξει, είχε ραντεβού με το γιατρό, είχε αγωνία που θα παρκάρει εκεί στον Άγιο Θωμά αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να φύγει τόσο νωρίς. Και χωρίς να της πει μια καλημέρα, χωρίς να τη χαιρετίσει, χωρίς να της δώσει ένα φιλί; Έτσι ξυπνούσαν μια ολόκληρη ζωή. Σήμερα τι είχε αλλάξει; Αλλά και χτες... τι είχε αλλάξει; Και προχτές....



Ο Μιχάλης Κωστάκης, περίφημος χειρουργός, με υψηλού επιπέδου ειδίκευση στην ουρολογία αλλά και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Λαικό , από τη γνωστή οικογένεια από την όμορφη Μονεμβασιά παρά το «άκης», κοντά 60 ετών, κοντά δηλαδή στη... σύνταξη που ούτε να τη σκεφτεί δεν ήθελε αφού δεν τον... συνέφερε (όπως και κανένα «μεγαλογιατρό») σηκώθηκε από τις 6. Θα πήγαινε στο Νοσοκομείο νωρίς.

Ήταν άκεφος και σκεπτικός. Σκεφτόταν με θλίψη ότι γύρω στα 40 χρόνια ήταν «στο κουρμπέτι», πάνω από 25 ήταν στην πρώτη γραμμή αλλά πάρα πολλά λεφτά δεν είχε. Πολλά ναι. Αλλά θα μπορούσε να έχει «βγάλει» πολύ περισσότερα. Όπως κάποιοι άλλοι.

Αν και ήξερε καλά την οικονομική του κατάσταση και τη συνήθη ...ρευστότητά του, πήγαινε συχνά στη βιβλιοθήκη του γραφείου του, άνοιγε το αριστερό φύλλο και έβγαζε το μεταλλικό κουτί με την «καβάτζα» και τα μετρούσε τα λεφτά του σαν τον Σάιλοκ.

Ήταν πολύ μεθοδικός. Τα τελευταία 5 χρόνια, κάθε που έπαιρνε φακελάκι, έβγαζε τα λεφτά και τα έβαζε στο πρώτο αριστερά συρτάρι που κλείδωνε. Μόλις μαζεύονταν 7-8 φακελάκια, πήγαινε στην Τράπεζα – άλλη κάθε φορά- και τα έκανε πεντακοσάρικα. Τα είχε σε «δεκάδες» τα πεντακοσάρικα, δεμένες με λαστιχάκι . Μόνο πεντακοσάρικα έβαζε στο κουτί. Την τελευταία φορά είχε μετρήσει πλήρεις 100 δεκάδες. Πεντακόσια χιλιάρικα σε πεντακοσάρικα. Κάτι βέβαια που δεν τόξερε κανείς. Πολλοί μπορούσαν να το φαντάζονται αλλά κανείς δεν το ήξερε.

«Μα χαζός είμαι και τα κρατάω κι εγώ στο σπίτι , σαν κι αυτούς που τα βάζουν μέσα στο στρώμα;» αναρωτιόταν συχνά. Αλλά και τι να τα έκανε; Που να τάβαζε;



Λίγο πριν ...φέξει, ο Φώτης οδηγούσε μόνος του, σαν τρελός την αγαπημένη του , παμπάλαια αλλά γι αυτόν «καινούργια» Άλφα Ρομέο στην σχεδόν άδεια παραλιακή, με κατεύθυνση τη Γλυφάδα, κοντά στο παλιό αεροδρόμιο, χτυπούσε με τα δυο του χέρια το τιμόνι και φώναζε:

«Έγκυος; Τι θα πει έγκυος ρε γαμώ το κέρατό μου... τι θα πει έγκυος; Κι εγώ τι να κάνω τώρα; Ε; Τι να κάνω; Να σε πλακώσω στις μπουνιές και τις κλωτσιές για να το ρίξεις; Μα είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν; Τι πας να κάνεις; Και πως έμεινες έγκυος; Σάμπως δεν πρόσεχα πάντα; Μαλακιασμένη. Βλάκα ...βλάκα... εσύ φταίς ρε βλάκα... τι θα κάνεις τώρα;». Δεν μπορούσε να ελέγξει τα νεύρα του εδώ και ώρα. Οδηγούσε πολλή ώρα αλλά δεν είχε καλμάρει καθόλου. Αυτό που του συνέβαινε ήταν αδιανόητο. Πώς θα το χειριζόταν; Η Αφροδίτη δεν ήταν κανένα 18ρικο κοριτσάκι. Ολόκληρη γυναίκα ήταν. Και τη δική του την οικογενειακή, την οικονομική, την επαγγελματική, την προσωπική του κατάσταση την ήξερε πολύ καλά. Πολύν καιρό.

Την αγαπούσε, δεν της είχε κρύψει τίποτε, δεν της είχε πει όμως ποτέ ότι θα χώριζε τη γυναίκα του για να την παντρευτεί.... μωρό παιδί είχε. Πολύ μικρός είχε μπει σε μεγάλα βάσανα. Ούτε 30 ετών. Μια γυναίκα. Και παιδί. Και ερωμένη που την ήθελε κι όλας. Και ήταν και έγκυος. Και ειδικευόμενος στην καρδιολογία σε μεγάλο νοσοκομείο. Τι ήθελε δηλαδή να κάνει; Να τον εκβιάσει; Αφού τα είχαν πει, τα είχαν κουβεντιάσει, τα είχαν συζητήσει τόσες και τόσες φορές.



Η Αφροδίτη καθόταν σαν ...ζωντανή νεκρή στην καταπράσινη βεράντα του κουκλίστικου ρετιρέ (μια κρεβατοκάμαρα, ένα μεγάλο σαλόνι, κουζινα, μπάνιο και μια τεράστια βεράντα μέσα στα φυτά) της οδού Μπουμπουλίνας, στο Μουσείο, που της είχαν μεταβιβάσει χρόνια τώρα οι γονείς της για να τη βοηθήσουν να ξεκινήσει τη ζωή της. Και της τόχαν φτιάξει κι όλας. Σύμφωνα με τα δικά της γούστα. Καθόταν σε μια πολυθρόνα που της είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς της , ο Βασίλης, μόλις είχε εγκατασταθεί στο διαμέρισμα .

Καθόταν ακίνητη πολλή ώρα. Ίσως και μια ώρα... ίσως και δυο. Τι ώρα ήταν; Αλλά τι την ένοιαζε; Δεν την ήθελε καν τη ζωή της. Ήταν περίεργο το πώς μια πολύ όμορφη και καλοφτιαγμένη κοπέλα «σαν τα κρύα τα νερά», 27 χρονών, με δικό της σπίτι πάνω από τον Κήπο του Μουσείου, με μια δουλειά που πήγαινε να «στρώσει» και ερωτευμένη μέχρι τα ...μπούνια μπορεί να σκέφτεται έτσι ύστερα... ύστερα από ένα καυγά. Γερό καυγά και με αιτία. Αλλά απλώς... καυγά. Ίσως δεν έπρεπε να του το έχει πει του Φώτη. Ίσως όχι ακόμα. Ίσως να του το είχε πει «κάπως». Αλλά πως;

Κρύβονται αυτά; Σε ένα, ενάμιση μήνα θ άρχιζε να φαίνεται και σε γιατρό δεν υπήρχε πιθανότητα να πάει για έκτρωση. Ο Φώτης την αγαπούσε. Θα το κρατούσε το παιδί. Το είχε αποφασίσει. Αλλά αυτά που επακολούθησαν δεν ήταν ευχάριστα. Τραγικά ήταν. Κι όταν ο Φώτης βρόντηξε την πόρτα βρίζοντας και έφυγε, πάγωσε. Δεν το περίμενε. Νέος, εξελίξιμος, καλο- μεγαλωμένος, από παλιά, καλή Αθηναική οικογένεια, καλοσπουδασμένος γιατρός, ειδικευόμενος στην καρδιολογία και να αντιδράσει έτσι; Μα που ζούσε; Πού βρισκόταν; Κι αυτή; Τόσον καιρό μαζί του, δεν τον είχε καταλάβει το χαρακτήρα του;Και τώρα; Τι γίνεται; Οι εξελίξεις πολλές φορές μας μουδιάζουν και θέλουμε αρκετή ώρα για να ξεφύγουμε. Τι σήμαινε αυτή η βίαιη φυγή; Ότι έφυγε ... «έφυγε» δηλαδή; Ότι την παράτησε; Ότι δεν θα ξαναγυρνούσε; Τι να΄ κανε; Να έτρεχε πίσω του να τον προλάβει; Έκανε κάτι σαν μια κίνηση προς την πόρτα.
 
        
 
©2004-2019 Created and Powered by EXIS I.T. - Designed by ::ittech.gr::